ἀντισταθμιζόμενον


ἀντισταθμιζόμενον
ἀντισταθμίζω
pres part mp masc acc sg
ἀντισταθμίζω
pres part mp neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.